Χαράλαμπος Λυσίκατος
Κωνσταντίνος Α. Στρατάκης
Eunice Kennedy Shriver National Institute of Child Health & Human Development (NICHD), NIH
Στην Ιατρική ο όρος μελαγχρωματικά στίγματα ή κηλίδες προέρχεται από τη λατινική λέξη lentigo (που σημαίνει μικρή φακή) και αποτελούν επίπεδα χρωσμένες κηλίδες στο δέρμα και στο επιθήλιο1. Χαρακτηρίζονται από το μικρό τους μέγεθος (<0.5 cm), ακανόνιστα όρια και διακριτές σημάνσεις από διαφορετικές χρώσεις καφέ και μαύρο. Τα οικογενή σύνδρομα μελαγχρωματικών στιγμάτων ή κηλίδων σχετίζονται με αυξημένη συχνότητα νευρικών, ενδοκρινολογικών και μεσεγχυματικών όγκων2.
Η ιστολογική εξέταση αυτών αποκαλύπτει πάχυνση της επιδερμίδας, υπέρχρωση των κυττάρων της βασικής στιβάδας και υπερπλασία των μελανοκυττάρων. Το τελευταίο χαρακτηριστικό βοηθά στην ιστολογική διαφορική διάγνωση από τις εφελίδες, οι οποίες περιέχουν φυσιολογικό αριθμό μελανοκυττάρων και είναι χρωσμένες, λόγω της αυξημένης μελανίνης στα κερατινικά κύτταρα της βασικής στιβάδας (Εικόνα 1).
Εικόνα 1. Ιστολογική εικόνα των εφελίδων και των μελαγχρωματκών στιγμάτων. Η μεγένθυση των μελαγχρωματκών στιγμάτων (δεξιά) απεικονίζει τη χαρακτηριστική μελανοκυτταρική διόγκωση.
Οι εφελίδες απαντώνται σχεδόν αποκλειστικά στις επιφάνειες του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο, ενώ τα μελαγχρωματικά στίγματα σε οποιαδήποτε επιφάνεια του σώματος και σε αντίθεση με τις εφελίδες δε σκουραίνουν με τον ήλιο. Ιδιαίτερες περιοχές υπέρχωσης, όπως οι παλάμες, τα πέλματα, ο επιπεφυκότας, το όριο των χειλιών μεταξύ του βλεννογόνου μεταξύ και δέρματος, αποτελούν χαρακτηριστικά σημεία των μελαγχρωματικών στιγμάτων και παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για την παρουσία υποκείμενου συνδρόμου ή συστηματικής νόσου1.
Το σύνδρομο Peutz-Jeghers (PJS) είναι ένα σπάνιο γενετικά σύνδρομο, που κληρονομείται με τον αυτοσωμικά επικρατούντα χαρακτήρα, συχνότητα 2.2/100.00 και επισύρει υψηλό ρίσκο για κακοήθεια. Η συσχέτιση μεταξύ των μελαγχρωματικών στιγμάτων και των αμαρτωματωδών πολυπόδων του γαστρεντερικού συστήματος έγινε από τους Dr. Peutz και Jeghers3,4. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από αυξημένα ποσοστά όγκων, συμπεριλαμβανομένων όγκων του γαστρεντερικού , αποτιτανωμένους όγκους Sertoli των όρχεων, καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, καρκίνο του μαστού, καρκίνο του παγκρέατος και καρκίνο του ενδομητρίου. Διαγνωστκά στοιχεία για το σύνδρομο Peutz-Jeghers αποτελούν οι αμαρτωματώδεις πολύποδες και η υπέρχρωση του βλεννογόνων.
Η υπέρχρωση χαρακτηρίζεται από συνήθως σκούρες καφέ-μπλε χρώματος κηλίδες, οι οποίες πιο συχνά εντοπίζονται στα όρια των χειλιών, στο βλεννογόνο της στοματικής κοιλότητας και του γαστρενετερικού, όπως και στις παλάμες, τα πέλματα και την περιπρωκτική περιοχή5. Τα μελαγχρωματικά στίγματα συνήθως απαντώνται νωρίς κατά την παιδική ηλικία και έχουν την τάση να εξασθενούν με την ενηλικίωση. Σπανίως δε ενδείκνυται βιοψία.
Η πλειάδα των περιπτώσεων του συνδρόμου Peutz-Jeghers (PJS) οφείλονται σε ετερόζυγες μεταλλάξεις στη σερίνη-θρεονίνη κινάση STK11/LKB11, ένα γονίδιο καταστολέας ανάπτυξης όγκων, που βρίσκεται στο χρωμόσωμα 19p13.36,7. Μεταλλάξεις στο STK11/LKB11 γονίδιο βρίσκονται περίπου στο 80% των ασθενών με PJS. Το γονιδίο STK11 είναι ένα κλασσικό γονιδίο καταστολέας ανάπτυξης όγκων, όπως αποδεικνύεται από την απώλεια της ετεροζυγωτίας (LOH: Loss Of Heterozygosity) στα αμαρτώματα και στα αδενοκαρκινώματα των ασθενών με PJS.
Οι γαστρεντερικοί πολύποδες στο σύνδρομο αναπτύσσονται μετά από γενετικές μεταλλάξεις στο STK11/LKB11 σε συνδυασμό με σωματική μετάλλαξη ή LOH του φυσιολογικού αλλίλιου8. Οι ασθενείς με PJS δεν παρουσιάζουν πιο αυξημένη συχνότητα δερματικού καρκίνου, αν και τα μελαγχρωματικά στίγματα είναι πιθανοί δερματολογικοί όγκοι9.
Το σύμπλεγμα Carney (Carney complex – CNC, OMIM## 160980, 608837): αποτελεί αυτοσωμική επικρατούσα πολλαπλή νεοπλασία και σύνδρομο μελαγχρωματικών στιγμάτων (lentiginosis sydrome) που χαρακτηρίζεται από κηλιδώδεις δερματικές αλλοιώσεις , μυξώματα στην καρδιά και σε άλλους ιστούς και διαφορετικού τύπου ενδοκρινείς όγκους. Οι τελευταίοι περιλαμβάνουν, την πρωτοπαθή χρωσμένη οζώδη νόσο του φλοιού των επινεφριδίων (primary pigmented nodular adrenocortical disease – PPNAD), υποφυσιακή υπερπλασία ή υποφυσιακοί όγκους (που χαρακτηρίζονται συχνότερα από υπερέκκριση αυξητικής ορμόνης και προλακτίνης), νεοπλασίες των γονάδων (μακροκυτταρικών αποτιτανωμένων όγκων των κυττάρων Sertoli ή των κυττάρων Leydig) και του θυρεοειδούς αδένος και σπανίως καλοήθη και κακόηθη μελανωτικά σβανώματα -psammomatous melanotic schwannomas13, 14.
Εικόνα 3. Κηλιδώδη δερματικά μελαγχρωματικά στίγματα στα όρια χειλέων – βλεννογόνου και στους έσω κανθούς
Για να τεθεί η διάγνωση του CNC, είναι απαραίτητα δυο ή περισσότερα από τα μείζοντα διαγνωστικά κριτήρια.
Μελέτες που συσχετίζουν το γονότυπο με το φαινότυπο στους ασθενείς με CNC είναι περιορισμένες. Όλες οι μεταλλάξεις σχετίζονται με αυξημένη ΡΚΑ σηματόδοτηση, ως τον κύριο αίτιο για το σχηματισμό όγκων και τα άλλα συμπτώματα του συνδρόμου. Εντούτοις, μελέτες τα τελευταία 20 χρόνια ασθενών με CNC, έδειξαν συσχέτιση μεταξύ των μεταλλάξεων και των κλινικών εκδηλώσεων του συμπλέγματος.
Αφότου τεθεί η διάγνωση του CNC, το screening πειλαμβάνει μαγνητική τομογραφία (MRI) της υπόφυσης για την ανίχνευση πιθανών υποφυσιακών αδενωμάτων, συνοδευόμενη από εργαστηριακό έλεγχο των επιπέδων αυξητικής ορμόνηνης (GH) και σωματομεδίνης – C (IGF-1), MRI της σπονδυλικής στήλης για την έγκαιρη ανίχνευση σβανωμάτων, υπέρηχο του θυρεοειδούς αδένος, υπέρηχο του όσχεου στους άνδρες και των ωοθηκών στις γυναίκες, μέτρηση του επιπέδου κορτιζόλης με συλλογή ούρων 24ωρου και στο αίμα (ημερήσια επίπεδα κορτιζόλης και αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης), ακολουθούμενα από τη δοκιμασία Liddle με δεξαμεθαζόνη για την επιβεβαίωση της PPNAD 23. Η δοκιμασία Liddle στη PPNAD, χαρακτηρίζεται από “παράδοξη αύξηση” του επιπέδου κορτιζόλης34 (Εικόνα 4).
Εικόνα 4. κύκλοι: PPNAD (πρωτοπαθή χρωσμένη οζώδη νόσο του φλοιού των επινεφριδίων, τετράγωνα: MMAD (ογκώδη μακροοζώδη νόσο του φλοιού των επινεφριδίων) (Μassive Μacronodular Αdrenocortical Disease), τρίγωνα: μονήρη αδενώματα των επινεφριδίων
Το screening των ασθενών με CNC περιλαμβάνει επίσης υπέρηχο καρδιάς κάθε έξι μήνες στους ασθενείς με CNC που έχουν ιατρικό ιστορικό καρδιακών μυξωμάτων και ετησίως στους ασθενείς με CNC που έχουν αρνητικό ιστορικό καρδιακών μυξωμάτων. Η υποτροπή των καρδιακών μυξωμάτων είναι υψηλότερη στο γυναικείο πληθυσμό και μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλικό επεισόδιο ως επιπλοκή, λόγω αποκόλλισης μικρών τμημάτων του μυξωμάτος και εισοδό τους στη συστηματική κυκλοφορία. Επομένως, η έγκαιρη ανίχνευση, τακτική παρακολούθση με υπέρηχο και MRI καρδιάς είναι πολύ σημαντικά στην αποτροπή των εγκαφακικών επεισοδίων35 (εικόνα 5).
Εικόνα 5. a. ΜRI (T1-weighted) εγκεφάλου, περιοχή μειωμένης ένταση μαγνητικού σήματος (βέλος) εξαιτίας εγκεφαλομαλάκυνσης, απόροια ισχαιμικού επεισοδίου; b. Υπέρηχος καρδιάς , στον οποίο φαίνεται το καρδιακό μύξωμα στον αριστερό κόλπο (βέλος). c. Μακροσκοπική εικόνα του μυξώματος
Άλλα σύνδρομα με μελαγχρωματικά στίγματα και αμαρτώματα είναι το:
Σύνδρομο Laugier-Hunziker (LHS): μια σπάνια σποραδική διαταραχή, που περιγράφηκε το 1970 και θα πρέπει να διαφορογιγνώσκεται από το PJS, λόγω της ομοιότητάς του στην παρουσία και τη διανομή των δερματικών βλαβών. Η διαφορά τους είναι ότι το LHS χαρακτηρίζεται στο 50-60% των ασθενών από υπέρχρωση (με καφέ ή σκουρόχρωμη χρώση) των νυχιών – μελανοονυχία – των παλάμων και των χειλιών, αλλά χωρίς τους πολύποδες στο γαστρεντερικό σύστημα36.
Το PTEN σύδρομο αμαρτοειδών όγκων, περιλαμβάνει το σύνδρομο Ruvalcaba-Myhre-Smith ή σύνδρομο Bannayan-Zonnana (ΒRRS), τη νόσο του Cowden, το PTEN σχετιζόμενο σύνδρομο Πρωτέα και το όμοιο του Πρωτέα σύνδρομο (Proteus-like syndrome): αποτελούν κληρονομικά μεταδιδόμενα νοσήματα που χαρακτηρίζονται από μεταλλάξεις στο PTEN (Phosphate και Tensin) γονίδιο (10q22-q23) στο 80% των ασθενών με νόσο του Cowden και 60% των ασθενών με ΒRRS. Το PTEN γονίδιο παίζει σημαντικό ρόλο στην κυτταρική ανάπτυξη, απόπτωση, διαφοροποίηση, και στην αλληλεπίδραση μεταξύ των κυττάρων37-40. Απώλεια της PTEN λειτουργίας οδηγεί σε ενεργοποίηση στη σηματοδότηση της πρωτεΐνης ΑΚΤ. Ένας από τους κατιούσης (downstream) στόχους της ΑΚΤ είναι το σύμπλεγμα tuberin-hamartin (TSC1/TSC2), μεταλλάξεις στο οποίο σχετίζονται με το αμαρτοματώδες σύνδρομο της οζώδης σκλήρυνσης41. Στην οζώδη σκήρυνση, απώλεια της ΡΤΕΝ λειτουργίας οδηγεί σε ενεργοπίηση της ΑΚΤ και κατιούσα ρύθμιση (down regulation) της tuberin/TSC2 και mTOR και επακόλουθη προαγωγή του κυτταρικού κύκλου και καταστολή της απόπτωσης. Η ανάκαλυψη αυτού του μονοπατιού, συνδέει της παθογένεση τους σχηματισμού όγκων στα αμαρτώδη όγκων σύνδρομα.
Περίπου 500 ασθενείς με παθογόνες γονιδιακές μεταλλάξεις στο PTEN έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα42. Ασθενείς με PTEN μεταλλάξεις, έχουν αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν πολλαπλά αμαρτώματα σε διάφορα όργανα, όπως το δέρμα, το στήθος, το θυροειδή αδένα, το κεντρικό νευρικό σύστημα και το γαστρεντερικό. Τα αμαρτώματα δεν είναι πραγματικοί όγκοι, αλλά αποτελόυν απόρεια συγκέντρωσης ιστών, που ανήκουν στο όργανο που βρέθηκε η συγκέντρωση αυτή, αλλά έχουν «λανθασμένα συναθροισθεί» στη διάρκεια της ανάπτυξης43.Το ΒRRS χαρακτηρίζεται από καθυστερημένη κινητική ανάπτυξη, μακροκεφαλία, λιπωμάτωση, καθώς και από την ύπαρξη μελαγχρωματικών κηλίδων στη βάλανο της πέους. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι το ΡΤΕΝ είναι ογκονίδιο κλειδί στη ανάπτυξη του βασικοκυτταρικού και εκ του πλακώδες επιθηλίου καρκίνου του δέρματος και στο μελάνωμα44, όπως και μεταλλάξεις αυτού ανευρίσκονται και στις περιπτώσεις αυτισμού45.
LEOPARD είναι το ακρωνύμιο των:
Lentigines: μελαγχρωματικά στίγματα, Electrocardiographic conduction defects: διαταραχές αγωγιμότητας στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, Ocular hypertelorism: Οφθαλμικός υπετελορισμός, Pulmonary stenosis: στένωση της πνευμονικής βαβίδας, Abnormal genitalia: ατελή ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων, Retardation of growth: καθυστέρηση στην ανάπτυξη και sensorineural Deafness: νευροαισθητήρια κώφωση46
Η διάγνωση γίνεται από τα μελαγχρωματικά στίγματα σε συνδυασμό με δυο από τα άλλα χαρακτηριστικά. Τα μελαγχρωματικά στίγματα είναι συχνά η πρώτη κλινική εκδήλωση και απαντώνται στο πρόσωπο, στο άνω μέρος του κορμού, σπανιώς δε στο στοματικό βλεννογόνο , τα άκρα, τα εξωτερικά γεννητικά όργανα ή τον επιπεφυκότα47. Τα μελαγχρωματικά στίγματα στο σύνδρομο LEOPARD δεν περνούν το όριο μεταξύ δέρματος και βλεννογόνου στα χείλη, ένα χαρακτηριστικό που το διαφοροποιεί από το CNC και το PJS48.
Tα δυσμορφικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου περιλαμβάνουν υπερτελορισμό και πτώση των βλεφάρων.
Μια ξεχωριστή μορφή του συνδρόμου LEOPARD οφείλεται σε RAF1 ανωμαλίες (χρωμόσωμα 3p25), αυτή η μορφή σχετίζεται με υπερτροφική καρδιομυοπάθεια50.
Τα μελαγχρωματικά στίγματα έχουν επίσης περιγραφεί και σε ασθενείς με εμφάνιση αρτηριακού διαχωρισμού (dissection) σε σχετικά νεαρή ηλικία, λόγω πιθανής ανωμαλίας σε κάποια κύτταρα που προέρχονται από τη νευρική ακρολοφία51.
| Δευτέρα | 8:30 - 14:00 & 17:00 - 20:00 |
| Τρίτη | 8:30 - 14:00 & 17:00 - 20:00 |
| Τετάρτη | 8:30 - 14:00 |
| Πέμπτη | 8:30 - 14:00 & 17:00 - 20:00 |
| Παρασκευή | 8:30 - 14:00 & 17:00 - 20:00 |
| Σάββατο | Κλειστά |
| Κυριακή | Κλειστά |